ἑκατόμβοιος

ἑκᾰτόμ-βοιος, ον
A

, (βοῦς)

worth a hundred oxen,

Il.2.449

, etc.: expld. as worth 100 pieces of money, the ancient coins being stamped with an ox, Eust.252.18, EM320.47.
II ἑκατόμβοια (sc. ἱερά), τά, festival at which hecatombs were offered, SIG 36.36 (Delph., V B.C.), 82.6 (Delph., V B.C.), BCH29.243 ([place name] Delos), IG 5(2).142 ([place name] Tegea), Str.8.4.11 codd.: dat. Ἑκατομβούοις (sic) Schwyzer 91.19 ([place name] Argos).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκατόμβοιος — ἑκατόμβοιος, ον (Α) αυτός που έχει αξία εκατό βοδιών ή εκατό χρυσών νομισμάτων που έχουν παράσταση βοδιών …   Dictionary of Greek

  • ἑκατόμβοιος — worth a hundred oxen masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατόμβοιον — ἑκατόμβοιος worth a hundred oxen masc/fem acc sg ἑκατόμβοιος worth a hundred oxen neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατομβοίων — ἑκατόμβοιος worth a hundred oxen masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατομβοίῳ — ἑκατόμβοιος worth a hundred oxen masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατόμβοια — ἑκατόμβοιος worth a hundred oxen neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατόμβοι' — ἑκατόμβοια , ἑκατόμβοιος worth a hundred oxen neut nom/voc/acc pl ἑκατόμβοιε , ἑκατόμβοιος worth a hundred oxen masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Hecatombaevs — HECATOMBAEVS, i, Gr. Ἑκατόμβαιος, ου, ein Beynamen des Apollo, unter welchem ihn in den Hekatombäen die Athenienser verehreten. Hesych. in Ἑκατόμβοιος, s. p. 297 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • PECUNIA — Graece Χρῆμα, item ἀργύριον, est omne aes publicâ formâ signatum, quô velcommutandis vel vendendis emendisque rebus et mercimoniis comparandis gentes inter sese uti solent, quod pretium rei emptae et venditae appellatur, Ioh. Calvin. Lexic. Iur.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δεκάβοιος — δεκάβοιος, ον (Α) 1. αυτός που έχει αξία δέκα βοδιών 2. το ουδ. ως ουσ. το δεκάβοιον νόμισμα που ορίστηκε, όπως αναφέρεται, από τον Θησέα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δέκα + βοιος < βους (πρβλ. αλφεσίβοιος, εκατόμβοιος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.